δύο μοντέλα: των Shannon & Weaver και του Jakobson, - ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΓΝΩΜΗ

ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΓΝΩΜΗ

ΕΔΩ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΓΝΩΜΗ (ΓΝΩΜΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ)

Breaking

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

δύο μοντέλα: των Shannon & Weaver και του Jakobson,



Το βασικό προσόν του υποδείγματος των Shannon&Weaver  είναι ότι λαμβάνει υπόψη το σύνολο της επικοινωνιακής διαδικασίας και είναι σχετικά απλό. Μειονέκτημά του είναι ότι δεν θεωρεί την επικοινωνία ως δυναμική διαδικασία που περιλαμβάνει και ανάδραση, αλλά ως μηχανιστική και μονόδρομη,αγνοώντας τη δυνατότητα ταυτόχρονης αποστολής και λήψης μηνυμάτων μεταξύ ανθρώπων.[1] (Την απεικονίζει ως ένα γραμμικό σύστημα στο οποίο μετέχουν 5 στοιχεία (πηγή, πομπός, κανάλι, δέκτη, προορισμός). Το μήνυμα κωδικοποιείται από τον αποστολέα και αποκωδικοποιείται από τον παραλήπτη, με βάση συγκεκριμένο κώδικα ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτό. Στη διαδικασία μετάδοσης μπορεί να υπάρχουν εμπόδια/θόρυβοι (εννοιολογικοί, εξωτερικοί ή εσωτερικοί) που να εμποδίζουν την κατανόηση του μηνύματος.[2] Ο δέκτης λαμβάνει το μήνυμα και απαντά (ανάδραση).Στην περίπτωσή μας, η πηγή και ο δέκτης εναλλάσονται μεταξύ Jobs και Gates, οι οποίοι επιλέγουν ένα συγκεκριμένο μήνυμα, το οποίο μεταδίδεται μέσω της προφορικής επικοινωνίας (στόμα, γλώσσα, ομιλία). Δέκτης επίσης μπορεί να θεωρηθεί το κοινό που παρακολουθεί την εκπομπή. 

Ο κώδικας επικοινωνίας μεταξύ των δύο φαίνεται να λειτουργεί αποτελεσματικά, να είναι σε αρκετά σημεία του κοινός, ενώ η συζήτηση διεξάγεται αβίαστα και ήρεμα, με αιχμηρό χιούμορ σε συγκεκριμένα σημεία της. Αν και το μοντέλο αυτό, δεν εστιάζει στο περιεχόμενο του μηνύματος, το νόημά του, ή τη σημασιοδότησή του αλλά στο ίδιο το μήνυμα ως διαβίβαση πληροφορίας και μόνο, ενισχύοντας την καταδηλωτική της μορφή και αγνοώντας τις συμπαραδηλωτικές της, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι πληροφορίες που δίνονται μέσω των μηνυμάτων και τα νοήματα που εμπεριέχουν, γίνονται αντιληπτά με παρόμοιο τρόπο από τους δύο συμμετέχοντες. Η πληροφορία βοηθά στη μείωση της αβεβαιότητας και η καλή ποιότητα του μηνύματος ενισχύεται από την περισσότητα. Σε αυτό βοηθά τόσο η ενασχόλησή τους με κοινό αντικείμενο στο οποίο στηρίζεται η συζήτηση, αλλά και η μακροχρόνια γνωριμία τους.

Eπίσης, δεν δίνει καμία σημασία στο πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται η επικοινωνία αγνοώντας ότι ‘ίδιο’ κείμενο μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά αν αυτό αλλάξει: μην ξεχνάμε ότι η συζήτηση γίνεται στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους ιδιότητας και καθορίζεται από το γεγονός ότι εκπροσωπούν δύο παγκόσμιας εμβέλειας κολοσσούς, που δραστηριοποιούνται σε παρόμοια άκρως ανταγωνιστική αγορά. Δεν λαμβάνεται υπόψη επίσης, η κουλτούρα του πομπού/δέκτη η οποία αναδεικνύει κοινά σημεία ή διαφωνίες σχετικές με τη φιλοσοφία της εταιρείας που εκπροσωπούν, αλλά και την προσωπική τους αντίληψη για τις εταιρείες τους και τον τρόπο σκέψης τους για αυτές.

Επίσης σημασία δίνεται στο κανάλι επικοινωνίας και τις παρεμβολές υπό μορφή θορύβου, που μπορείνα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα του μεταδιδόμενου σήματος. Η μείωση  του θορύβου είναι σημαντική. Η παρουσία των δύο παρουσιαστών που παρεμβαίνουν στη συζήτηση με ερωτήσεις και ως ένα βαθμό την κατευθύνουν (διαμεσολαβητές), θα μπορούσε να εκληφθεί και ως θόρυβος ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το περιεχόμενο του μηνήματος. Επίσης, ως θόρυβος μπορεί να θεωρηθεί  η διακοπή του ενός από τον άλλο στη διάρκεια της συζήτησης, το κοινό που χειροκροτεί ή γελά και μπορεί να επηρεάσει την επιλογή του μηνύματος που θα αποσταλεί. 

Επιπλέον, σε μοντέλα, όπως αυτό των Shannon και Weaver, δεν λαμβάνονται υπόψη οι σχέσεις και οι ρόλοι μεταξύ των ανθρώπων ως επικοινωνητών και η μη λεκτική επικοινωνία.  Ούτε και οιενδεχόμενες αλλαγές στις σχέσεις που προκύπτουν στη διάρκεια του χρόνου αλλά και ότι ως πράξη, υπακούει σε πολιτισμικά προκαθορισμένες συμπεριφορές που μπορεί να αλλάξουν ώστε η επικοινωνία να είναι πετυχημένη.
1.      Το μοντέλο επικοινωνίας του Jakobson
Με βάση το μοντέλο αυτό (συστημικό-γλωσσολογικό), η λειτουργία της γλώσσας είναι κεντρική και συμμετέχουν έξι στοιχεία -ο αποστολέας, ο παραλήπτης ή δέκτης, το μήνυμα, ο επικοινωνιακός κώδικας, το πλαίσιο αναφοράς και το κανάλι. Kαθένα από αυτά, ορίζει μια επικοινωνιακή λειτουργία. Aνάλογα λοιπόν με το στοιχείο στον οποίο εστιάζει η επικοινωνία, διακρίνονται έξι βασικές γλωσσικές λειτουργίες: H αναφορική, εστιάζει στο πλαίσιο αναφοράς (συμφραζόμενα, κώδικας), η συγκινησιακή εστιάζει στον πομπό, η βουλητική εστιάζει στον δέκτη, η φατικήεστιάζει στο κανάλι, η μεταγλωσσική εστιάζει στον κώδικα (επεξηγηματικήλειτουργία) και η ποιητική εστιάζει στο μήνυμα.

Oι έξι λειτουργίες είναι παρούσες σε κάθε γλωσσικό γεγονός.[3]Τα μηνύματα εμπεριέχουν μια μίξη λειτουργιών και η διαδιακασία της επικοινωνίας είναι διαδραστική.Το μήνυμα είναι ο συνδυασμός ενός σημαίνοντος με ένα σημαινόμενο που συγκροτούν ένα λεκτικόαντικείμενο σε συνδυασμό με τασυμφραζόμενα είναι πολύ σημαντικά  ώστε κάθε μήνυμα αν δεν κατανοηθεί εντός αυτών, το νόημά του αλλάζει.[4]

Στο παράδειγμά μας, όταν ο Gates λέει ότι “I am not a fake Jobs”, συγκινησιακά, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο ο πομπός λέει πως νοιώθει για τον Jobs, βουλητικά, προσπαθεί να πείσει το δέκτη να συμφωνήσει με τον πομπό, αναφορικά, εστιάζεται στον ευατό του και παροτρύνει τον δέκτη (κοινό) να σκεφθεί τη διαφορά μεταξύ των δύο, φατικά, επιδιώκει να ενισχύσει τη διαφορά αυτή, μεταγλωσσικά χρησιμοποιεί ένα αστείο ως κώδικα επικοινωνίας γνωρίζοντας ότι θα γίνει κατανοητός και ποιητικά, το μήνυμα αυτό λέει ότι όντως ο Gates είναι αληθινός και διαφορετικός από τον Jobs.

Δύο βασικά μειονέκτηματα και των δύο μοντέλων είναι ότι δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται κάθε φορά η επικοινωνία,  που μπορεί να είναι καθοριστικό για όλη τη διαδικασία. Η συζήτηση αυτή θα ήταν ενδεχομένως διαφορετική, αν γινόταν κάπου αλλού με άλλους όρους και προϋποθέσεις. Παράλληλα, σε κανένα από τα δύο  δεν αναφέρεται ρητά, η ύπαρξη σε κάθε επικοινωνιακή πράξη, της λεκτικής και μη λεκτικής λειτουργίας της επικοινωνίας. Σύμφωνα με τον Bull (2001), οι δύο μορφές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ολιστικά και όχι ξεχωριστά. Η μη λεκτική λειτουργία λειτουργεί υποστηρίζοντας τη λεκτική και πηγές της και σύμφωνα με τον Fiske (1992), αφορά το ανθρώπινο σώμα, τον χώρο και τα μη λεκτικά σημεία του λόγου.
Αν επιχειρούσαμε να αναλύσουμε κάποια στοιχεία, μπορούμε να δούμε ότι η εμφάνιση των δύο συνομιλητών είναι διαφορετική:  κουστούμι ο ένας,αθλητικά παπούτσια ο άλλος(ως εταρεία η Microsoft δίνει έμφαση στην επιχείρηση και τις ανάγκες της εξ ου και η παγκόσμια ανάπτυξη των Windows, ενώ  η Apple εστιάζεται στον άνθρωπο και τις ανάγκες του,όπου και τελικά φαίνεται να επικρατεί, ιδίως τα τελευταία χρόνια). 

Οι εκφράσεις του προσώπου και ειδικά τα μάτια είναι επίσης ενδεικτικά: οι δύο συνομιλητές κάθονται πλάι-πλάι σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, ενδεικτικό απουσίας ιεραρχίας,έχουν απέναντί τους, δύο δημοσιογράφους και δεν έχουν απευθείας οπτική επαφή. Και οι δύο χρησιμοποιούν τα χέρια τους υπογραμίζοντας τα λεγόμενά τους, αφηγούνται τη σκέψη τους, συνοδεύουν το λόγο τους, προσελκύοντας τη προσοχή του θεατή. Σκοπός τους είναι να αναδείξουν την επιχείρησή τους και μέσω αυτής, τη δική τους προσωπικότητα και φιλοσοφία της εταιρείας τους.

2.      Συμπέρασμα

Και τα δύο ανωτέρω μοντέλα είναι επικοινωνίας είναι κατάλληλα να περιγράψουν τη  συγκεκριμένη συνομιλία,από διαφορετική σκοπιά
.Το μοντέλο των Shannon&Weaver, προσφέρει μια βάση στην οποία μπορούμε να στηριχθούμε, αλλά είναι σαφές ότι η επικοινωνία ως λειτουργία είναι πολυεπίπεδη και πολύπλοκη, δεν είναι μόνο λεκτική και προϋποθέτει, πέρα από το πομπό και τον δέκτη, τουλάχιστον, κοινό κώδικα επικοινωνίας ώστε να είναι αποτελεσματική. Το γλωσσικό μοντέλο του Jakobson είναι σαφώς πιο ολοκληρωμένο και μπορεί να προσφέρει επιπλέον στοιχεία για την ανάλυση μιας τέτοιας συζήτησης, αφού η γλώσσα ως επικοινωνιακή λειτουργία, μεταδίδει εκτός από πληροφορίες και συναισθήματα, επιθυμίες,στάσεις και πεποιθήσεις, με καθορισμένη δομή, συγκεκριμένο σκοπό και σαφές περιεχόμενο.
Η επικοινωνία πρέπει να ερμηνεύεται ως φαινόμενο ζωής που χρήζει ολιστικής και όχι μονόπλευρης θεώρησης.





[1]Chandler 1994
[2]Fiske 1992
[3]Jakobson 1998
[4]Hawthorn, 2006

ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ